Εστίαση: Αναζητούν αντίδοτο σε delivery και take-away

Δεν είναι λίγες εκείνες οι επιχειρήσεις που έχουν στραφεί στις δραστηριότητες του delivery και του take-away στον χώρο της εστίασης, δραστηριότητες εκ των ων ουκ άνευ για καταστήματα όπως τα ψητοπωλεία και οι αλυσίδες καφέ, αλλά άγνωστες μέχρι πρόσφατα για πολλές παραδοσιακές ταβέρνες, μεζεδοπωλεία και πολυτελή εστιατόρια.

Οι πλατφόρμες λήψης παραγγελιών που διαθέτουν και δίκτυο διανομής, όπως είναι για παράδειγμα η efood και η Wolt, βοηθούν τους «νεοφώτιστους» στο delivery, καθώς δεν χρειάζεται να δημιουργήσουν από μόνοι τους σύστημα λήψης των παραγγελιών και διανομής αυτών στο σπίτι ή στο γραφείο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με όσα ανέφερε εκπρόσωπος της efood στην «Καθημερινή», μόνο τους τελευταίους μήνες έχουν προστεθεί στις συνεργαζόμενες με την πλατφόρμα επιχειρήσεις 1.000 εστιατόρια, ενώ συνολικά ο αριθμός των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων φτάνει τις 10.000 (συμπεριλαμβανομένων και επιχειρήσεων άλλων κλάδων, όπως σούπερ μάρκετ) σε 90 πόλεις.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η εταιρεία από πλατφόρμα λήψης παραγγελιών, που ήταν μέχρι πριν από λίγους μήνες, παρέχει πλέον και υπηρεσίες διανομής, με το δίκτυο των διανομέων της να αριθμεί 750 άτομα.

Μάλιστα, η υπηρεσία διανομής έτοιμων γευμάτων και καφέ επεκτάθηκε πρόσφατα, πέραν της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, σε Λάρισα, Πάτρα, Βόλο και Ηράκλειο Κρήτης. Βεβαίως, το delivery και το take-away, ειδικά για τις επιχειρήσεις που δεν παρείχαν μέχρι πρόσφατα αυτές τις υπηρεσίες, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση το αντίδοτο στην αναστολή της υπόλοιπης δραστηριότητάς τους, στο γεγονός δηλαδή ότι δεν λειτουργούν οι σάλες τους.

Κατ’ αρχάς οι προμήθειες που λαμβάνουν οι πλατφόρμες είναι πολύ υψηλές και, σύμφωνα με τους επιχειρηματίες της εστίασης με τους οποίους μίλησε η «Κ», κυμαίνονται στο 20%-25% της απόδειξης με ΦΠΑ, ενώ στη συνέχεια επιβάλλεται και επιπλέον ΦΠΑ στο τιμολόγιο που κόβουν οι πλατφόρμες για παροχή υπηρεσιών προς τα συνεργαζόμενα εστιατόρια και καφέ.

Σε αρκετές δε περιπτώσεις ο χαρακτήρας των εστιατορίων είναι τέτοιος, που δεν επιτρέπει ουσιαστικά τη δραστηριότητα delivery. Για παράδειγμα, ο Γ. Μελισσάρης, που είναι ιδιοκτήτης 12 επιχειρήσεων του κλάδου, έχει ξεκινήσει δραστηριότητα delivery από τον Σεπτέμβριο μόνο για τη ροτισερί (εστιατόριο με ψητά κρέατα, γκουρμέ ψητοπωλείο) που διαθέτει στην περιοχή του Συντάγματος.

Ο κ. Κασιμάτης ξεκίνησε για μία εβδομάδα να παρέχει από το πρωί μέχρι το απόγευμα υπηρεσία take-away δουλεύοντας ο ίδιος στο κατάστημα και ακόμη ένα άτομο –συνολικά στο κατάστημά του απασχολούνται 15 εργαζόμενοι–, όμως τη σταμάτησε διότι, όπως εξηγεί ο ίδιος, ακόμη και αυτή η περιορισμένη δραστηριότητα ήταν ασύμφορη.

Από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) προκύπτει ότι στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2020 ο τζίρος στην εστίαση, με βάση όσα δηλώνονται μόνο από τις επιχειρήσεις που έχουν υποχρέωση τήρησης διπλογραφικών βιβλίων και υποβάλλουν στοιχεία σε μηνιαία βάση, διαμορφώθηκε σε 511,9 εκατ. ευρώ έναντι 960,6 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2019, καταγράφοντας μείωση 46,7%.

Στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου υπηρεσιών εστίασης, για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία σε τριμηνιαία βάση, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο του 2020 ανήλθε σε 592.729.473 ευρώ, σημειώνοντας μείωση 59% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο 2019.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ